Πρόκειται για έναν εκρηκτικό συνδυασμό βιβλιοφιλίας και αστυνομικού μυθιστορήματος που διαβάζεται απνευστί. Περιστρέφεται γύρω από ένα ιστορικό πρόσωπο, το Δημήτριο Μόστρα, που έζησε στις αρχές του 19ου αιώνα και δημιούργησε μια τεράστια βιβλιοθήκη γεμάτη κώδικες, χειρόγραφα και σπάνια βιβλία που με το πέρασμα των χρόνων χάθηκε. Γύρω από αυτό τον ανεκτίμητο θησαυρό των βιβλιόφιλων και της γνώσης ο Μαμαλούκας στήνει την πλοκή της ιστορίας του οδηγώντας τον αναγνώστη έσα από πλεκτάνες, ανεξιχνίαστες δολοφονίες και ερωτικά τρίγωνα σε ένα απροσδόκητο φινάλε.
Ο Νικόλα Μιλάνο, νόθος γιός έλληνα επιχειρηματία, κληρονομεί από τον πατέρα του μια βιβλιοθήκη με σπάνια βιβλία τα οποία και πουλά σταδιακά βρίσκοντας έτσι έναν εύκολο τρόπο να ζει άνετα χωρίς να δουλεύει. Ανάμεσα στα βιβλία αυτά βρίσκεται όμως και ένα σπάνιο χειρόγραφο του Μόστρα που οδηγεί στη χαμένη βιβλιοθήκη και γίνεται αιτία να βρεθεί ο ήρωας μπλεγμένος σε έναν ιστό που τον οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στο θάνατό του.
Χίλιοι τόμοι σπάνιοι και πολύτιμοι. Δυο μανιώδεις συλλέκτες που κυνηγούν με πάθος το ίδιο πράγμα. Μια σειρά από ομιχλώδη ερωτήματα που παρασύρει τους ήρωες σε ένα αδιάκοπο κυνηγητό. Τί κρύβεται τελικά πίσω από το αίνιγμα της χαμένης βιβλιοθήκης;
Οι απαντήσεις και οι λύσεις καραδοκούν στους δρόμους της βροχερής Ρώμης και στα κανάλια της Βενετίας με την τόσο ρεαλιστική ατμόσφαιρα που δημιουργεί ο συγγραφέας στο γοητευμένο αναγνώστη. Οι περιγραφές είναι τόσο πειστικές που μπορεί κανείς να αισθανθεί την υγρασία της ατμόσφαιρας και τη δυσοσμία των καναλιών σαν να περπατάει ο ίδιος στα στενά δρομάκια της Βενετίας μπροστά από τα ενντυπωσιακά παλάτσο.
Δεν μπορώ να μην παραθέσω μια πρόταση από το βιβλίο που θεωρώ πως εκφράζει τους απανταχού βιβλιόφιλους: “Όσο χώρο και να έχεις, πάντα θα είναι μικρότερος από τα βιβλία σου. Τόσο στην καρδιά σου, όσο και στο μυαλό σου, και φυσικά στο σπίτι σου…”
Η περιγραφή που παρέθεσα παραπάνω είναι ο σοβαρός σχολιασμός που θα έκανα για το βιβλίο χωρίς να αποκαλύπτω πολλά για την πλοκή. Προσωπικά όταν το διάβαζα με κράτησε όντως μέχρι τέλους γιατί ήθελα πολύ να μάθω τη συνέχεια (αν και σε ορισμένα σημεία ήταν κάπως προβλέψιμη).Ωστόσο μου θύμιζε πολύ προηγούμενα αναγνώσματα όπως “Το όνομα του ρόδου” του Έκο αλλά ήταν σαφώς πιο ξεκούραστο και ό,τι πληροφορίες έδινε σχετικά με την τυπογραφία και τη σπανιότητα των βιβλίων δε με έκαναν να πλήττω. Το βιβλίο έχει λίγο καιρό που το διάβασα (περίπου μήνα) αλλά θα το θεωρούσα σημαντική απώλεια από τις αναφορές μου γι’ αυτό και το παραθέτω. Σίγουρα το συνιστώ σε όποιον θέλει να διαβάσει ένα καλό βιβλίο με στοιχεία αστυνομικού μυθιστορήματος.

Το διήγημα αυτό αγοράστηκε μαζί με το “Στην Ακτή” για να γίνει η διαδρομή Αθήνα – Ξάνθη λίγο πιο ξεκούραστη (αν αυτό είναι δυνατό). Κι αυτό το βιβλίο το αγόρασα μετά από σχετική περιγραφή του σε blog (δυστυχώς δε θυμάμαι σε ποιο…). Δεν μπορώ να πω πως συμφωνώ με την κριτική που με έκανε να το αγοράσω. Δε μου άρεσε ιδιαίτερα και δε μου άφησε και κάτι σημαντικό. Προφανώς δεν το συνιστώ αν και συγχαίρω το συγγραφέα που το βιβλίο του απέσπασε Βραβείο Διηγήματος για το 2005.
Από καιρό το είχα βάλει στο μάτι αυτό το βιβλίο και χθες τελικά μου δόθηκε η ευκαιρία να το διαβάσω. Δεν πήρε πάνω από 6 ωρίτσες και πραγματικά όταν το τελείωσα ήταν σαν να μου είχε πάρει κάποιος το παιχνίδι από τα χέρια. Με συνεπήρε τόσο η ζωντανή και καθημερινή γλώσσα του ώστε υπήρχαν στιγμές που νόμιζα πως ήμουν μες στο ψιλικατζίδικο και έβλεπα από μια γωνιά όσα διαδραματίζονταν. Σε αυτό βέβαια συνέβαλε και το ότι πρόκειται για ένα blog, τις σελίδες ενός διαδικτυακού ημερολογίου το οποίο κυκλοφορεί μέχρι σήμερα ανάμεσά μας (βλέπε psilikatzou.blogspot.com και xpsilikatzoy.wordpress.com)! Οι περιγραφές και η αφήγηση ήταν δοσμένες με τέτοιο τρόπο που δε μπορούσες να μη νιώσεις τον πόνο και την αγωνία μιας γυναίκας που ήθελε απλώς να εκπληρώσει το σκοπότης ύπαρξής της και να γίνει μάνα. Δεν μπορώ να μην αναφέρω πως πραγματικά συμπόνεσα την Ντίνα και την ακολούθησα σε κάθε της προσπάθεια και κάθε πρόβλημα που παρουσιαζόταν. Και δεν ήταν και λίγα… Φυσικά, για καθετί καλό που συνέβαινε έπιανα τον εαυτό μου να λέει: “Άντε, ωραία!¨ ή “Επιτέλους!”. Τόση ήταν η επιθυμία μου να δω ένα καλό τέλος στην ιστορία. Βέβαια η ζωή δεν είναι πάντα όμορφη. Υπάρχουν στιγμές που δείχνει ένα πρόσωπο σκληρό και απρόβλεπτο κι όλα μπορούν να αλλάξουν πριν προλάβει κανείς να ανοιγοκλείσει τα μάτια του. Ένα πολύ ζωντανό βιβλίο και ξεκούραστο ανάγνωσμα για όλους όσους αναζητούν αληθινές ιστορίες από αληθινούς ανθρώπους…
Τέτοια ώρα τέτοια λόγια λέει ο σοφός λαός αλλά τί να κάνω που πρώτο αυτό μου ήρθε στο νου; Το διάβασα πριν από ένα μήνα περίπου (να ‘ναι καλά οι εφημερίδες και οι προσφορές τους) και πραγματικά με συνεπήρε! Μεγάλο λάθος μου ήταν που το ξεκίνησα το βραδάκι οπότε από την αγωνία μου να μάθω το τέλος κοιμήθηκα ξημερώματα…